📅 27/08/2026 Άρθρα

Δεν ξέραμε;

🔥 🌫️ Στην απέναντι πλαγιά, η σιωπή έχει πάψει να έχει χρώμα. Είναι στάχτη που αναπνέει..!

Κοιτάζω απέναντι στα "Καλάνησα", μα το βλέμμα μου γυρίζει συνεχώς πίσω στο βουνό.

Απέναντί μου απλώνεται ένα τοπίο στραγγαλισμένο, γυμνό από ίσκιο, από φωνή, από την ίδια την υπόσχεση της ζωής.
Η πλαγιά είναι μια ανοιχτή πληγή, μια έκταση από μαυρισμένα κόκαλα δέντρων και σκόνη που ακόμα θυμάται τη φλόγα.

Το κύμα έσπαζε στα πόδια μου ύπουλα.
Σχεδόν αθόρυβα, σαν να ζητούσε συγγνώμη για την ηρεμία του, την ώρα που η απέναντι όχθη έσταζε ακόμη θάνατο.

Στη Λειβαδόστρα, ο Βοριάς όσο και να λυσσομανάει, έχει πάντα μια γλύκα.
Φέτος, όμως, αυτή η γλύκα ήταν ύπουλη.

Αύγουστος 2026

Η ζωή εκεί αφαιρέθηκε πριν προλάβει να αναπνεύσει. Η μια ανάσα ήταν εδώ, η επόμενη στάχτη, καπνός, μνήμη.

Στην κορυφογραμμή, εκείνοι οι λευκοί γίγαντες εξακολουθούν να περιστρέφονται.

Ρυθμικά.

Ατάραχοι.

Μια μηχανική, παγωμένη ακρίβεια που σε κάνει να ανατριχιάζεις.

Σαν τα δάχτυλα του δήμιου, ακριβώς τη στιγμή του μετά.

Όταν η λεπίδα έχει γλιστρήσει, το κεφάλι έχει κυλήσει και το πλήθος έχει στρέψει αλλού το βλοσυρό του βλέμμα. Τότε ο δήμιος σκουπίζει το ατσάλι. Αργά. Χωρίς βιασύνη, χωρίς τρόμο, σχεδόν με τελετουργική αδιαφορία.

Έτσι κι αυτές.

Γυρίζουν αδιάκοπα, σαν να μην έγινε τίποτα.

Σαν το βουνό να μην είχε καεί για μέρες κάτω από τον ίδιο άνεμο που τώρα φουσκώνει τα πανιά τους.

Λευκές. Ψηλές. Αμόλυντες.

Κινούνται μέσα στο τοπίο με εκείνο το ανελέητο, μηχανικό τους 'τι έγινε';.

Μια ερώτηση που δεν περιμένει απάντηση, γιατί η απάντηση είναι ήδη χαραγμένη στο καμένο έδαφος.

Ήταν οι μόνοι μάρτυρες;

Ή μήπως ήταν τα εργαλεία;

Σκέφτομαι τον δήμιο την ώρα που το σώμα έχει πάψει να τρέμει.

Πώς νιώθει;

Όχι μίσος.

Όχι λύπη.

Ούτε καν τύψεις.

Ίσως ο δήμιος να μην κουβαλά το βάρος του αίματος. Ίσως να κουβαλά μόνο την απουσία του βάρους,  ένα απόλυτο κενό εκεί όπου θα έπρεπε να χτυπά η συνείδηση.

Μια παγερή, άδεια, ανατριχιαστική αδιαφορία.

Έκανε αυτό που του ζητήθηκε.

Από τη φωτιά. Από τον άνεμο. Από τη μοίρα.

Τίποτα παραπάνω. Τίποτα λιγότερο.

Κι οι ανεμογεννήτριες είναι τα δάχτυλά του.

Καθαρίζουν τη λεπίδα από την ανάμνηση της καταστροφής.

Γυρίζουν με τη δύναμη του ίδιου ανέμου που λίγο πριν έπνιξε το βουνό στις φλόγες.

Δεν θρηνούν.

Δεν σταματούν.

Δεν ζητούν άδεια.

Μετρούν απλώς τον χρόνο σε έναν κόσμο που μόλις έχασε την ανάσα του.

Κι εγώ, από αυτή την πλευρά του νερού, έμεινα παγιδευμένος ανάμεσα στην αδιάφορη ομορφιά της θάλασσας και στην αδιαπέραστη σιωπή του μετά.

Μάρτυρας;

Ή συνένοχος;

Οι έλικες γυρίζουν ακόμη.

Ο δήμιος σκουπίζει τα χέρια του.

Κι εμείς κοιτάμε.

Κοιτάμε τη φωτιά να γίνεται εικόνα, τη στάχτη να γίνεται τοπίο και την καταστροφή να γίνεται, σιγά-σιγά, μια ακόμη ανάμνηση.

Έτοιμοι πάντα να ψιθυρίσουμε:

"Δεν ξέραμε..!"