Δεν ξέρω αν αυτό είναι αποχαιρετισμός.
Ίσως γιατί υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που, ακόμη κι όταν φεύγουν από τη σκηνή της ζωής, αρνείσαι να τους αποχαιρετήσεις. Μένουν εκεί. Στη φωνή τους. Στο βλέμμα τους. Σε μια ατάκα που επιστρέφει ξαφνικά και σε ταράζει χρόνια μετά.
Κι εμένα ακόμη με στοιχειώνει εκείνη η κραυγή:
Την αλήθεια, ρε, την αλήθεια!
Μια κραυγή θυμού, απόγνωσης και μαζί απαίτησης. Μια απαίτηση για την αλήθεια που κρύβουμε, που στρογγυλεύουμε, που ντύνουμε με λόγια για να μη πονάει. Για την αλήθεια που προσαρμόζουμε στις ανάγκες μας και, όταν επιτέλους ειπωθεί, μας βρίσκει απροετοίμαστους.
Τον θυμάμαι στο φινάλε της ταινίας του Θόδωρου Μαραγκού «Μάθε παιδί μου γράμματα». Δεν ήταν απλώς μια ατάκα στο σενάριο. Ήταν σαν κάτι που είχε μαζευτεί χρόνια μέσα του και κάποια στιγμή, ατόφιο, ανεπεξέργαστο και αδιαπραγμάτευτο, έπρεπε να βγει.
Έτσι θυμάμαι τον Νίκο Καλογερόπουλο. Με το πρόσωπο και τη φωνή ενός ανθρώπου που κουβαλούσε πάνω του την αυλή, το καφενείο, το συνεργείο, τη γειτονιά. Μια ξεχωριστή μορφή του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου: πολυτάλαντος, ανήσυχος, απρόβλεπτος, που ήξερε να κάνει το γέλιο αιχμηρό και τη σάτιρα κοινωνικό σχόλιο.
Από το «Μάθε παιδί μου γράμματα», το «Ρεμπέτικο» και τη «Λούφα και Παραλλαγή», μέχρι τους δικούς του «Ιππείς της Πύλου», άφησε πίσω του ρόλους και δημιουργίες που έμειναν στη μνήμη μας. Δεν εξιδανίκευσε ποτέ τον «λαό», τον έδειξε όπως είναι: αντιφατικό, αδιάφορο, κουρασμένο, πεισματάρικο, γενναίο.
Σήμερα, σε μια εποχή όπου η αλήθεια γίνεται συχνά «άποψη» και τα λόγια λειαίνονται για να μη δυσαρεστήσουν κανέναν, εκείνη η παλιά κραυγή ακούγεται ξανά ανατριχιαστικά επίκαιρη:
Την αλήθεια, ρε, την αλήθεια!
Κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν πραγματικά όσο μια φράση τους συνεχίζει να μας ξυπνά και να απαιτεί από εμάς αυτό που δυσκολευόμαστε περισσότερο να δώσουμε.
Αντί για αποχαιρετισμό, ας κρατήσουμε δύο δικούς του στίχους. Σαν χαιρετισμό σε όσους συνεχίζουν να στέκονται όρθιοι:
"Γεια τους που δε λυγίζουνε
και που δεν προσκυνάνε..." 🕯️