📅 30/12/2025 Κριτικές

Σπυριδούλες

Η Γιαγιά Σπυριδούλα: Όταν το όνομα γίνεται τραύμα, μνήμη και μάχη

Όταν οι ανιψιές μου έκλεισαν εισιτήρια για τις  'Σπυριδούλες', ήξερα πως δεν πηγαίναμε απλώς σε μια θεατρική παράσταση. Πηγαίναμε σε προσκύνημα. Γιατί για τη δική μας οικογένεια, αυτό το όνομα δεν είναι ο τίτλος ενός έργου, είναι το ίδιο μας το αποτύπωμα.

Η μία μου ανιψιά βαφτίστηκε Σπυριδούλα. Πήρε το όνομα της γιαγιάς της, μιας γυναίκας που υπήρξε  Σπυριδούλα πολύ πριν το όνομα αυτό γίνει σύμβολο στη θεατρική σκηνή και τη συλλογική συνείδηση. Υπήρξε τότε που η λέξη αυτή σήμαινε ορφάνια, ξεριζωμό, κρύες σκάλες, ξένα σπίτια και μια αμείλικτη, επιβεβλημένη σιωπή.

Η γιαγιά Σπυριδούλα δεν είναι θεατρικός χαρακτήρας. Είναι μήτρα και ρίζα.

Μια μήτρα ραγισμένη από μια Ελλάδα που στέναζε στο σκοτάδι. Τότε που τα Τέρατα φορούσαν ανθρώπινα πρόσωπα, κρατικές σφραγίδες και όπλα.

Τότε που οι δοσίλογοι και οι πολιτικοί τους απόγονοι λεηλατούσαν τις ζωές των αγωνιστών, χτίζοντας πλούτη πάνω σε κλεμμένο αίμα, την ώρα που οι δικές μας «Σπυριδούλες» πάλευαν απλώς να κρατηθούν ζωντανές.

Η "υπηρέτρια" που τη λέγανε δούλα

Οκτώ χρονών. Σε μια ηλικία που σήμερα τα παιδιά παίζουν και ονειρεύονται, εκείνη ρίχτηκε αμείλικτα στη βιοπάλη. 'Υπηρέτρια' τη βάφτισαν, για να ξεπλύνουν τη ντροπή τους.

Όχι. Δεν ήταν υπηρέτρια. Ήταν δούλα.

Ένα παιδικό σώμα επιστρατευμένο ως εργαλείο επιβίωσης, μια ολόκληρη παιδική ηλικία θαμμένη και χαμένη σε ξένες αυλές και υπόγεια.

Κι όμως, όλα αυτά τα αφηγείται ακόμα και σήμερα με μια αδιανόητη αγάπη, με ένα μειλίχιο, γλυκό ύφος. Σαν να μην ήθελε ποτέ να μας μπολιάσει με το μίσος που δικαιωματικά της άξιζε. Οι ιστορίες της ήταν τρομακτικές ακριβώς γι’ αυτό: γιατί δεν φώναζαν. Ήταν τραύματα ειπωμένα ψιθυριστά, χαμηλόφωνα, σαν παραμύθι.

Και η κόρη της - η γυναίκα μου- της ζητούσε ξανά και ξανά, σαν εμμονή, σαν χρέος:

 "Μαμά, πες μου πάλι την ιστορία... Τότε που σε πήραν υπηρέτρια..."

Κι εκείνη προσπαθούσε - και προσπαθεί ακόμα, στα 100 της χρόνια σήμερα - να την εξωραΐσει, να μας προστατεύσει:

"Άστα, κόρη μου, αυτά… Πέρασαν. Αλλά μας δυνάμωσαν..!"

Όμως η απαίτηση της επόμενης γενιάς επέστρεφε αμείλικτη:

 "Θέλω να την ακούσω. Για να κλάψω..!"

Το κλάμα ως Μνημείο και η Μνήμη ως Όπλο

Αυτό το κλάμα δεν ήταν αδυναμία. Ήταν, και παραμένει,  φόρος τιμής. Ένα ζωντανό μνημείο. Είναι ο τρόπος μιας οικογένειας να δηλώσει: "Δεν ξεχνάμε".

Είναι η ύστατη αναγνώριση για εκείνο το οκτάχρονο κορίτσι που έχασε τα πάντα, αλλά κατάφερε να σταθεί όρθιο. Για μια γυναίκα που δεν επιβίωσε απλώς, αλλά επαναστάτησε με τον πιο ριζοσπαστικό τρόπο: επιλέγοντας να ζήσει, να γεννήσει, να αγαπήσει και να μας παραδώσει τη μνήμη της ακέραια.

Έτσι, μέσα στο θέατρο, κάτω από την υποβλητική ατμόσφαιρα των προβολέων, συνειδητοποιήσαμε κάτι αδιαπραγμάτευτο:

Η γιαγιά Σπυριδούλα δεν υπήρξε ποτέ θύμα. Ήταν ο πρώτος, ο μεγαλύτερος και ο πιο σπουδαίος ήρωας της ζωής μας.

Και το μήνυμα της παράστασης, βαρύ και απόλυτο, ήρθε να κουμπώσει με την προσωπική μας ιστορία:

Όσο ο πλούτος θα συσσωρεύεται στα νύχια των λίγων Τεράτων, τόσο οι Σπυριδούλες αυτού του κόσμου θα σιδερώνονται. Θα σκύβουν το κεφάλι. Θα πληρώνουν το αντίτιμο της επιβίωσης με το ίδιο τους το είναι, με την ίδια τους την παιδική ηλικία.

Η ιστορία της Σπυριδούλας δεν τελειώνει στην υπόκλιση των ηθοποιών. Επαναλαμβάνεται γύρω μας, καθημερινά.

Κι εμείς, έχοντας το κλάμα μας ως μνημείο και τη μνήμη μας ως όπλο, έχουμε την ιερή ευθύνη να τη λέμε ξανά και ξανά.

Μέχρι να ακουστεί παντού. Δυνατά!